Prosvoro

A+ R A-

Ιστορικό του χωριού

Ιστορικό του χωριού

Όνομα: Πρόσβορο (Δέλνο, Δέλβινο)
Γεωγραφικές συντεταγμένες: 400 06 Β, 210 12 Α
Υψόμετρο: 980 m (Πλατεία)
Συνορεύει Ανατ. Νεδρούζι, Δυτικά Αϊτιά (Τσούργιακα)
Νότεια Αλατόπετρα (Τούς), Βόρεια Μεσολούρι

 

Πότε ακριβώς ξεκίνησε το χωριό δεν είναι ακριβώς γνωστό σε μας σήμερα. Κάποιοι λένε ότι η πρώτη θέση του χωριού ήταν στην θέση Καρυά και ότι επειδή εκεί περνουσε ο δρόμος από Γρεβενά για Δίστρατο-Ήπειρο, η λεγόμενη Μεγάλη Στράτα γνωστή και ως Βλαχόστρατα και οι κάτοικοι δέχονταν συχνά ενοχλήσεις - επιδρομές από τους περαστικούς και συμμορίες μετακινήθηκε στη σημερινή θέση. Φαίνεται ότι αυτή η εκδοχή δεν έχει βάση γιατί δεν αναφέρεται να υπάρχουν πουθενά στην Καρυά ερείπια να μαρτυρούν κάτι τέτοιο, αν και κάποιοι χωριανοί λένε ότι στην Καρυά βρέθηκαν τάφοι. Μέρος της Μεγάλης Στράτας ως καλντερίμι διασώζονταν στη θέση Στόμιος μέχρι το 1990 όταν καταστράφηκε (πολύ ανεύθυνα και επιπόλαια) παρά τις διαμαρτυρίες  μέρους των κατοίκων του χωριού και οικολόγων, για να περάσει το υδρευτικό δίκτυο Γρεβενών που μετέφερε νερό από τη λεκάνη Αετιάς στα Γρεβενά.

Οι πρώτοι κάτοικοι στην περιοχή ίσως να ήρθαν στους ελληνιστικούς χρόνους. Στον ιστότοπο του Πάρκου της Β. Πίνδου σχετικά με ανθρώπινη  παρουσία από την προϊστορία ως το Βυζάντιο αναφέρεται  « στο ύψωμα Προφήτης Ηλίας στο χωριό Πρόσβορο ….. ερείπια κάστρου ελληνιστικής εποχής (330-167 π.χ.) »

Αν δεχθεί κανείς ότι το 1612 το γειτονικό χωριό Αλατόπετρα αναφέρεται ότι  υπήρχε (Καραγιάννης, 2007), τότε μπορεί να θεωρήσει κανείς πολύ πιθανό ότι χρόνια πριν,  τότε,  ή μερικά χρόνια αργότερα να ξεκίνησε και το χωριό. Με βάση τις εγγραφές στον κώδικα της Μονής Ζάβορδας (4 ονόματα κατοίκων-Γκηνόση, Βέλως, Γγήνο, Δημητρίου) παλαιά εγγραφή και 2 ονόματα (Γεοργ(ί)ου, Χρήστου) νεώτερη εγγραφή που αναφέρονται και στον κώδικα της Μονής Σπαρμού  (17ος αιώνας) μπορούμε να συμπεράνουμε με ασφάλεια ότι το χωριό υπήρχε μετά το 1534 που ιδρύθηκε η Μονή Ζάβορδας  και έως σήμερα Σε χειρόγραφο δασκάλου του σχολείου σχετικό με το ιστορικό του  σχολείο του χωριού αναφέρεται ότι " κατά το έτος 1600 εκτίσθη υπό της Κοινότητος Δέλνου  παραπλεύρως του Ναϊσκου και μικρόν οίκημα με δύο πατώματα.Το ως άνω οίκημα ήτο το πρώτον υδρηθέν Σχολείον του χωριού" (βλέπε Ιστορικό Σχολείου). Δεχόμενοι αυτήν την αναφορά ότι το χωριό είχε σχολείο το 1600 σημαίνει ότι το χωριό υδρίθηκε αρκετά χρόνια πριν το 1600.  Οι πρώτοι χωριανοί ήρθαν κυρίως από την τότε Ήπειρο, την περιοχή της Βέροιας ή και την Αλβανία, ανάλογα με το σόι, μάλλον για λόγους ασφάλειας και ήταν ελληνόφωνοι (Βακαλόπουλος 1969).  Η προφορική παράδοση των χωριανών λέει ότι όλοι μιλούσαν μόνο ελληνικά όπως επίσης ότι δεν ήρθε ποτέ τούρκος για να εισπράξει φόρο.

Αναφέρεται  ότι  για κάποιο χρονικό διάστημα το χωριό ονομάζονταν Δέλβινο. Κατά μία εκδοχή πρέπει να προέρχεται από το Ιταλικό del vino που σημαίνει τόπος κρασιού (Παπαδημητρίου 2002). Με το όνομα Δέλβινο αναφέρονται και οι εγγραφές κατοίκων του χωριού στους Κώδικες των Μονών Ζάβορδας και Σπαρμού (Χατζηϊωάννου, 2000, Παπαδημητρίου, 2002). Ίσως να ήταν το πρώτο όνομα αν δεχθεί κανείς ότι κάποιοι πρώτοι χωριανοί ήρθαν ως φυγάδες  από την Ήπειρο το πιθανότερο από το Δέλβινο (ή Δελβινάκι) και ίσως γι αυτό και στις εγγραφές να έδωσαν αυτό το όνομα (Δέλβινο). Έχει σημασία να αναφερθεί εδώ και το γεγονός ότι τα ήθη-έθιμα και η μουσική παράδοση στο χωριό έχουν πολύ στενή σχέση με εκείνα της Ηπείρου.

Το πιο πιθανό πρώτο όνομα του χωριού να ήταν το Δέλνο. Η λέξη Δέλνο κατά τους χωριανούς είναι παράφραση της λέξης δειλινό (απόγευμα) από το γεγονός ότι το χειμώνα ο ήλιος κρύβεται πίσω από τον Άϊ-Λιά από τις 2  ώρα το μεσημέρι. Κατά μιά άλλη εκδοχή το Δέλνο είναι σλαβική λέξη και σημαίνει όρος, οροσειρά. Τ'οτε όμως θα έπρεπε να είναι με Ντέλνο αφού στα σλαβικά δεν υπάρχει το γράμμα Δ. Το όνομα Δέλνο χρησιμοποιούνταν μέχρι  τις 20/1/1927 όταν έγινε αλλαγή των ξενόφωνων ονομάτων των χωριών και  το χωριό πήρε το όνομα Πρόσβορο (εκεί είναι με  δύο ρ [Πρόσβορρο) μάλλον από την έκθεση του προς  Βορρά.

Το χωριό μαζί με άλλα περίπου 10 χωριά στην γύρω περιοχή χαρακτηρίζεται ως Κοπατσιαροχώρι και οι κάτοικοι Κοπατσιαραίοι. Η ονομασία αυτή αποδίδεται κατά πολλούς   ως η επικρατέστερη άποψη (Καραμανές 2011) στα κοπάτσια από την αρωμουνική λέξη cupaciu η οποία σημαίνει  θάμνοι βελανιδιάς οι οποίοι είναι άφθονοι στην περιοχή και που κουβαλούσαν συνήθως οι γυναίκες στην πλάτη φορτωμένες και χρησιμοποιούσαν για μαγείρεμα και στους φούρνους. Την εξήγηση αυτή δέχονται ως σίγουρη και οι ίδιοι οι Κοπατσιαραίοι. Κατά άλλους η ονομασία προέρχεται από τη σλαβική  λέξη κουπάτς που σημαίνει σκαφτιάς ή γεωργός (διάκριση από τους κτηνοτρόφους Βλάχους και μετακινούμενους το χειμώνα στα χειμαδιά). Αξίζει να αναφερθεί εδώ ότι ο όρος Κοπατσιαραίοι χρησιμοποιούνταν για καιρό μειωτικά από τους Βλάχους και μάλιστα στην περιοχή λέγεται ότι δεν παντρεύονταν (νύφες ή γαμπρούς) Κοπατσιαραίους που τους θεωρούσαν παρακατιανούς. Έχει μεγάλη σημασία και γι αυτό πρέπει να αναφερθεί εδώ ότι κατά τους περισσότερους και έγκριτους ερευνητές-ιστορικούς «είναι αυτόχθονες και Έλληνες τόσο οι Κοπατσαραίοι όσο και οι Χασιώτες, μη εκλανιτισμένοι, με ανεπαίσθητες επιδράσεις της λατινικής ή ομοιότητες με τους Βλάχους» (Λαζάρου 1993).

Το χωριό φαίνεται ότι από την αρχή υπάγονταν στην διοικητική περιοχή των Γρεβενών (στην Τουρκοκρατία καζά=επαρχία) και στο αρματολίκι Βλάχ κόλι όπως όλα τα Κοπατσιαροχώρια (Καραμανές 2011). Μέχρι  το 1997 το χωριό αποτελούσε Κοινότητα με Πρόεδρο και 5μελές Συμβούλιο και υπάγονταν στην Επαρχία Γρεβενών του Νομού Κοζάνης και μετά το  1965  ιδρύθηκε ο Νομός Γρεβενών. Με την εφαρμογή του νόμου «Καποδίστριας»  η Κοινότητα Προσβόρου μετονομάστηκε σε Τοπικό Διαμέρισμα Προσβόρου με τριμελές Τοπικό Συμβούλιο και εντάχθηκε στο Δήμο Θ. Ζιάκα του Νομού Γρεβενών και την Περιφέρεια Δ. Μακεδονίας.   Το 2011 με τον νόμο «Καλικράτη» ο Δήμος  Θ. Ζιάκα και συνεπώς και το Τοπικό Διαμέρισμα Προσβόρου (με ένα Τοπικό Πάρεδρο) εντάχθηκε στο Δήμο Γρεβενών στην Περιφερειακή Ενότητα Γρεβενών της Περιφέρειας Δυτικής Μακεδονίας

Τα πιο πολλά Κοπατσιαροχώρια έχουν παρώνυμο (παρατσούκλι) που έχει αποδοθεί ως χαρακτηριστικό των κατοίκων του χωριού που κατά ένα τρόπο το ξεχωρίζει από τα άλλα. Τους Δελνιώτες (Προσβορίτες) οι κάτοικοι των γύρω χωριών τους έλεγαν Γκουλιοχώμ’ δες γιατί λέγεται ότι φορούσαν κοντά πανωφόρια εξαιτίας της φτώχειας τους ή Βουϊβονίτες που θεωρείται μειωτικός όρος αλλά δεν είναι γνωστό γιατί. Η πιθανότερη εξήγηση για το παρατσούκλι την οποία δίνουν και οι χωριανοί είναι από το γεγνός ότι οι τότε χωριανοί όταν πήγαιναν στα Πανηγύρια των γειτονικών χωριών χόρευαν πολύ και επειδή τα χολέβια (μάλλινα υφάσματα όπως οι κάλτσες αλλά χωρίς πατούσες) τους ζέσταιναν τα έβγαζαν  και χόρευαν με γκόλιες-γυμνές τις κνήμες των ποδιών.  Του κατοίκους της Αλατόπετρας τους έλεγαν Μπουρμποβνά γιατί τους έβλεπαν ως μαυριδερούς,  τους Πολυνερίτες Φουτσούληδες, τους Μεγαριώτες Γκαβανάδες, της Λάβδας  Κ’φά  (Καραμανές 2011, τοπική παράδοση).

Στο χωριό υπάρχουν δύο πηγές - βρύσες η Καρυά και η Λαγωνίκα, ενώ πάνω από το χωριό μέσα στο δάσοςυπάρχει μία πηγή το Κρυοπήγαδο και όπως λένε οι χωριανοί οι δύο πηγές μέσα στο χωριό υπάρχουν από την αρχή που έγινε το χωριό, πάνω από 200 χρόνια.

Η σημερινή  εκκλησία του χωριού είναι βασιλικού ρυθμού, τρίκλιτη, αφιερωμένη στον Άγιο Δημήτριο και χτίστηκε το 1873 όπως είναι σκαλισμένο  στην πέτρα (ΙΣ ΧΣ 1873 Ιουνίου 7) στην πόρτα (βλ. φωτογραφία). Είχε νάρθηκα σε όλη την μπροστινή πλευρά σκεπασμένο με πλάκα όπως και η εκκλησία. Αυτός ο παραδοσιακός νάρθηκας γκρεμίστηκε και αντικαταστάθηκε (βλ. φωτογραφία) με τσιμεντένιο το 1987 (?)  με δωρεά των αδελφών Ευάγγελου και Γεωργίου Μπόλου του Ανδρέα, χωριανοί που κατοικούσαν στην Ελασσόνα (έχτισαν και την εκκλησία στον Αϊ-Λιά).  Το σημερινό καμπαναριό χτίστηκε το 1933 με πελεκητή πέτρα και έχει ύψος 12 m (βλ. γωτογραφία).  Στον Εμφύλλιο ρίχτηκαν βολές για γκρέμισμα του σταυρού αλλά χωρίς αποτελέσμα.

Εξωκλήσια υπάρχουν τρία, ο Άϊ – Λιάς, ο Άϊ-Νικόλας και η Παναγιά που είναι το Νεκροταφείο.  Ο Άϊ – Λιάς (βλ. Το Πανηγύρι) και  ο Άϊ-Νικόλας χτίστηκαν-ανακαινίστηκαν από χωριανούς. ο Άϊ-Νικόλας βρίσκεται βορειοδυτικά του χωριού προς τις Πέτρες και πριν πέσει ήταν χτισμένος με πέτρα και λάσπη σαν συνδετικό υλικό όπως άλλωστε και τα περισσότερα σπίτια στο χωριό. Έπεσε με τα χρόνια και το 2000 ο χωριανός Κόττας Ηλίας του Ιωάννη (Αμερικάνος) με δωρεά του έχτισε πάλι την εκκλησία με τούβλα, την σοβάτισε, έβαλε καμπάνα  και μερικές εικόνες. Εικόνες έκαναν δωρεά και μερικοί χωριανοί. Η πέτρα από την εκκλησία που είχε πέσει χρησιμοποιήθηκε για πεζούλια και για χαμηλό τοιχίο (ντουβάρι) στην περίφραξη (και με βοήθεια από χωριανούς).

Τα όρια του χωριού προς τα νότια με την Αλατόπετρα είναι το ποτάμι Σμιξιώτης ενώ  προς βορρά το ποτάμι Βενέτικος (Δοτσικιώτης) το οποίο στην ανατολική πλευρά  χωρίζει την έκταση του χωριού σχεδόν στη μέση. Έχει δύο γεφύρια, το ξύλινο στην τοποθεσία ξλένιο Γεφύρι και το πέτρινο γεφύρι (γνωστό και ως γεφύρι του Γκαβού, οι χωριανοί το λένε Πετρένιο γεφύρι). Το ξλένιο Γεφύρι στην αρχή ήταν όλο ξύλινο, ακόμα και τα στηρίγματα στην κοίτη του νερού. Άντεξε μέχρι τις αρχές του 1960 όταν πια είχε σχεδόν καταστραφεί και το πέρασμα του ήταν επικίνδυνο. Τότε το χωριό αποφάσισε να το ξαναφτιάξει. Το καινούργιο γεφύρι στηρίχθηκε σε μία μεγάλη σε πλάτος κεντρική κολώνα τσιμεντένια από τη βάση έως τη μέση και μετά χτισμένη με πέτρα και όλη την άλλη κατασκευή  ξύλινη. Το έκανε τεχνίτης (Βαζίκας ?) από την Καλονή.  Το  Πετρένιο γεφύρι είναι άγνωστο πότε χτίστηκε. Έχει καμάρα ελλειψοειδή, είναι μονότοξο, μήκος 20 μ., πλάτος 3,50 μ., άνοιγμα τόξου 11,50 μ. και ύψος 7,50 μ. Κάτω από την καμάρα  υπάρχουν σταλακτοειδείς σχηματισμοί, μήκους 30 εκ. περίπου Πήρε το όνομά του από έναν τυφλό που σκοτώθηκε εκεί. Είναι επισκέψιμο από  μονοπάτι,. από το χωριό και την  Αλατόπετρα.

Η συνολική  έκταση του χωριού είναι 13.100 στρέμματα, από αυτά τα 500 είναι  καλλιεργούμενα ή σε αγρανάπαυση, τα 5.400 στρ. βοσκοτόπια, τα 5.900 δασική έκταση, 400 στρ. νερά, 300στρ δομημένη έκταση και 500  στρ. άλλες χρήσεις.

Η ασχολία των κατοίκων ήταν γεωργία και κτηνοτροφία. Περίπου οι μισοί θεωρούνταν γεωργοί και έμεναν μόνιμα στο χωριό ( τότε τους έλεγαν μπακαταραίοι) και οι άλλοι μισοί ήταν κτηνοτρόφοι –τσελιγκάδες  οι περισσότεροι από τους οποίους τέλος Οκτωβρίου αρχές Νοεμβρίου έφευγαν με τα πόδια για τα χειμαδιά στη Θεσσαλία (έπαιρνε 7-10 μέρες) και ένας- δύο στη Χαλκιδική (έπαιρνε περίπου ένα μήνα). Σήμερα μόνο ένας κτηνοτρόφος συνεχίζει να κατεβαίνει στα χειμαδιά (Γόνους Λάρισας) με τα πόδια οι άλλοι τέσσερις με φορτηγό αυτοκίνητο. Οι γεωργοί είχαν αγελάδες (2-3 έως και 10-12 ανάλογα με την οικογένεια), λίγα γίδια (3-5 ανά γεωργό) τα οποία λέγονταν τσαγκάδια και οι χωριανοί ρόγιαζαν (πλήρωναν ρόγα) τσοπάνο για 6 μήνες, από του Αγ. Δημητρίου έως του Αγ. Γεωργίου και από Αγ. Γεωργίου έως Αγ. Δημητρίου. Αργότερα όταν δεν υπήρχε τσοπάνος οι χωριανοί τα βοσκούσαν με τη σειρά σε μέρες ανάλογα με το πόσα είχε ο καθένας μέχρι που σιγά-σιγά τα κατήργησαν. Κάθε χωριανός (οικογένεια) είχε μουλάρι ή άλογο και μερικοί και ένα γαϊδούρι για όλες τις ανάγκες, (μεταφορές, ξύλα, οργώματα). Το όργωμα οι γεωργοί το έκαναν άλλοι με τις αγελάδες και άλλοι με τα μουλάρια ή άλογα και γι αυτό φορές χρησιμοποιούσαν το ζώο από άλλον γιατί οι περισσότεροι είχαν ένα ζώο. Μόνο οι κτηνοτρόφοι είχαν περισσότερα από ένα ζώα, συνήθως άλογα,  γιατί τους ήταν απαραίτητα για τη μετακίνηση το φθινόπωρο στα χειμαδιά και την άνοιξη στο γυρισμό στο χωριό.  Στη περίοδο 1930-1960 σχεδόν κάθε οικογένεια είχε αμπέλι. Στις Κοινοτικές εκλογές σχεδόν πάντα οι συνδυασμοί ήταν δύο, των γεωργών και των κτηνοτρόφων.

Μέχρι περίπου το 1970 κάθε οικογένεια (και σήμερα 2-3)  είχε και ένα γουρούνι το οποίο αγόραζε την άνοιξη, το τάιζε και τα Χριστούγεννα το έκοβε για να βγάλει από τον παστό (το πάχος του γουρουνιού) τη λίγδα που ήταν το λίπος για τη μαγειρική όλο το χρόνο και τις τσιγαρίδες, το κρέας και τα λουκάνικα (με πράσο). Το γουρούνι αυτό λέγονταν χοιροσφάι και στο χωριό όποιος είχε μεγάλο χοιροσφάι και έβγαζε πολύ λίγδα και κρέας θεωρούνταν καλός νοικοκύρης.

Μέχρι ίσως το 1970 τα χωράφια σπέρνονταν με καλαμπόκι και σιτάρια (παλιότερα και φακές, ρεβίθια, βίκο, ρόβι). Τη μία χρονιά τα σιτάρια πέρα από το ποτάμι και τα καλαμπόκια από τη μεριά του χωριού και την άλλη το αντίθετο, τα καλαμπόκια πέρα από το ποτάμι και τα σιτάρια από δω. Μετά το 1970-75 τα χωράφια δεν καλλιεργούνται (για μεγάλη χαρά των κτηνοτρόφων), ενώ συνεχίζεται η κτηνοτροφία μέχρι σήμερα. Στη δεκαετία  1950 -1960 το χωριό είχε μεγάλο αριθμό από γιδοπρόβατα. Όλα τα κοπάδια το βράδυ κοιμούνταν έξω και ήταν συνηθισμένο τα βράδια να μετράμε 8-10 φωτιές πέρα (αουπέρα όπως λέγαμε) από το ποτάμι και μερικές φορές ακούγονταν και η φλογέρα που έπαιζαν οι τσοπαναραίοι. Ίσως την καλύτερη φλογέρα να έπαιζε ο Θόδωρος Τσιάρας και ο Νικολάκης του Τσιάρα (Μπάτζιος),  έτσι έλεγαν οι μεγαλύτεροι που ξέρανε από φλογέρα. Πολύ καλή φλογέρα έπαιζαν και ο Γ. Πλιάτσικας (Λιόλιος), ενώ παλιότερα οι Καραλίβανος και Ταβαντζης Νικολάκης.  Η χαρά να ακούει κανείς φλογέρα τη νύχτα ήταν μεγαλύτερη και τα συναισθήματα απερίγραπτα γιατί μαζί άκουγε κανείς θροΐσματα αέρα και φύλλων των δέντρων, βελάσματα, κουδούνια, κυπριά,  τα πολλά τότε πουλιά τη νύχτας να κελαηδούν,  γαυγίσματα  των σκυλιών και φορές και ουρλιαχτά λύκων.

Μερικοί γεωργοί του χωριού συμπλήρωναν το εισόδημα τους πουλώντας γκόρτσα (αχλάδια)  κυρίως στα βλαχοχώρια ή δαδί στα Ζουναροχώρια (χωριά του Βοϊου όπου υπάρχουν πολλές καστανιές) και έπαιρναν χρήματα ή είδος (κάστανα, πατάτες, κ.α, ανάλογα με την περίπτωση). Στο χωρίο ορισμένα σόϊα είναι γνωστά ως κυνηγοί ή μελισσάδες επειδή σε κάθε γενιά τους κάποιος κυνηγούσε ή είχε μελίσσια. Και το κυνήγι τους χειμερινούς μήνες και τα μελίσσια το καλοκαίρι απέφεραν υπολογίσιμο εισόδημα. Αρκεί να αναφερθεί ότι το δέρμα από ένα κουνάβι πουλιόνταν μέχρι και  250 ευρώ (600-750 δραχμές και ένα κιλό ζάχαρη είχε 7 δραχμές) και συνήθως ένας κυνηγός έπιανε 4-6 κουνάβια Επιπλέον πουλούσε δέρματα από λαγό, βερβερίτσες (σκίουρος), αλεπούδες, βίδρες, αγριόγατες. Λέγεται ότι στη δεκαετία  1950 -1960 κάθε χρόνο ο Χαράλαμπος Λόλας του Γεωργίου  κατάφερνε και έπιανε 2-3 αγριόγατες οι οποίες φαίνεται ότι μάλλον επειδή ήταν λίγες δεν μπόρεσαν να πολλαπλασιαστούν και να επιβιώσουν αφού μετά το 1960 δεν παρατηρήθηκε καμιά μέχρι το 1980 που λέγεται ότι εντοπίστηκαν πάλι ίχνη.

Το 1991 η απογραφή  έδειξε ότι στο χωριό η κτηνοτροφία ήταν όπως στον πίνακα. Το 2011 συνολικά η κτηνοτροφία στο χωριό φαίνεται στη δεύτερη γραμμή (5 κοπάδια πρόβατα και 5 γίδια).

 

Πρόβατα

Αρνιά

Γαλάρια

Γάλα, kg

Γίδια

Κατσίκια

Γαλάρια

Γάλα

1.200

1.370

1.050

84.000

180

270

170

17.000

950

 

 

 

2.200

 

 

 

 

Σήμερα στο χωριό οι μόνιμοι κάτοικοι είναι οι συνταξιούχοι και οι κτηνοτρόφοι (οι τρεις και το χειμώνα, οι άλλοι εφτά στα χειμαδιά το χειμώνα – στα Γρεβενά ο ένας).

Στο χωριό  μεταφέρθηκαν  πολλοί  Ιταλοί (μετά την κατάρευση του μετώπου τους στην Πίνδο και  μετά τη μάχη στο Φαρδύκαμπο αρχές του 1943) ως αιχμάλωτοι (Βήττος 2000) Οι Ιταλοί (περί τους 50) έμειναν στο χωριό για μερικούς μήνες στο Δημοτικό Σχολείο, στην εκκλησία, σε σπίτια χωριανών και  σε πρόχειρες πετρόκτιστες από τους ίδιους κατασκευές στη θέση Γιατρού Πηγάδι.  Επέζησαν σχεδόν  όλοι με την συντήρηση τους από το χωριό (δούλευαν σε χωριανούς) και τις χελώνες που λέγεται ότι έτρωγαν. Μερικοί αιχμάλωτοι πέθαναν από πείνα και δηλητηρίαση από τη σκάρφη (δηλητηριώδες φυτό) που λέγεται ότι έτρωγαν. Ένας αιχμάλωτος ήταν γιατρός και για όσο καιρό παρέμεινε στο χωριό ήταν ο γιατρός της περιοχής. Οι Ιταλοί αιχμάλωτοι με το ΕΑΜ-ΕΛΑΣ που ήταν στο χωριό έφυγαν από το χωριό τον Ιούλιο  1944 (1943 ?) μέσω Αβδέλας και Σαμαρίνας για να μην συλληφθούν από τους Γερμανούς που είχαν αρχίσει τις εκκαθαριστικές επιχειρήσεις.  Οι χωριανοί που έζησαν τότε είπανε ότι όσοι Ιταλοί πιάστηκαν κακομεταχειρίστηκαν από τους Γερμανούς. Κατά τον Βήττο (2000) μεταξύ των αιχμαλώτων Ιταλών υπήρχε και ο Ταγματάρχης Περόνι ο οποίος πριν οι αιχμάλωτοι εγκαταλείψουν το χωριό έκρινε σωστό και σκόπιμο να μιλήσει στους χωριανούς και είπε κατά λέξη «Αγαπητοί μου χωριανοί και σας ονομάζω χωριανούς μου γιατί μας συμπαρασταθήκατε και μας φιλοξενήσατε στα σπίτια σας σαν να ήμασταν  δικοί σας άνθρωποι. Σώσατε πολλές ζωές. Τη ζωή μας τη χρωστάμε σε σας γι αυτό σας ευγνωμονούμε». Μετά το 1950 η Ιταλική Κυβέρνηση φρόντισε να εντοπίσει τα οστά των νεκρών Ιταλών, να τα  συλλέξει και να τα μεταφέρει πίσω στην πατρίδα τους.

Οι Γερμανοί μπήκαν στο χωριό  τον Ιούλιο του 1944 (ή 1943 ?) από τη δυτική πλευρά και χωρίς κανένα λόγο, αφού δεν συνάντησαν αντίσταση και δεν είχαν θύμα, έκαψαν το πρώτο σπίτι που συνάντησαν αφήνοντας άστεγη μια οικογένεια από 5 παιδιά και τους δύο γονείς τους. Στη συνέχεια μάζεψαν όλους του χωριανούς (και τα μικρά παιδιά)  και τους έκλεισαν στην εκκλησία για να τους κάψουν (περί τα 300 άτομα). Λέγεται ότι έβαλαν φωτιά στην πόρτα αλλά για κάποιο άγνωστο λόγο τελικά άλλαξαν γνώμη και οι χωριανοί γλίτωσαν. Δεν υπήρξαν θύματα από τους Γερμανούς στο χωριό παρά μόνο τραυματίες.

Μετά την αποχώρηση των Γερμανών  και στην περίοδο  1945-1949 κατά διαστήματα το χωριό ήταν στην κυριαρχία και έλεγχο του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ και του Δ.Σ. Στο χωριό λειτούργησε Λαϊκή Πολιτοφυλακή στο σπίτι του Τζιάλα  Ζήση (το επίταξαν)  για 7-8 μήνες το χειμώνα του 1947. Οι χωριανοί θυμούνται και διηγούνται διάφορα περιστατικά και το χορό που έκαναν στο προαύλιο του Σχολείου και γύρω από τον πλάτανο στην Πλατεία οι αντάρτισσες και αντάρτες με τις ζωστήρες σταυρωτά το καλοκαίρι του 1947 και 1948. Από το χωριό πέρασε και έμεινε ένα βράδυ το Αρχηγείο του Δ.Σ. με τον Μ. Βαφειάδη, το Γιαννούλη και άλλους όταν από τη Ρούμελη πέρασε στην Πίνδο το φθινόπωρο του 1947. Το Αρχηγείο διανυκτέρευσε στο σπίτι του Κόττα Ι. ενώ οι αντάρτες σε σπίτια χωριανών και στο σχολείο. Από το χωριό πέρασε αρκετές φορές ο Υψηλάντης.

Το Δημοτικό Σχολείο από τα γραπτά που υπάρχουν φαίνεται ότι αναγέρθηκε με δαπάνες των κατοίκων  και λειτούργησε  το 1890 αφού κατά την έρευνα του «Ηπειρωτικού Συλλόγου» το 1873-1874 δεν αναφέρεται λειτουργία σχολείου στο χωριό (Γούση, 2005, ΜΔΕ Α.Π.Θ.). Την ίδια εποχή δεν υπάρχουν σχολεία και σε άλλα μεγάλα Κουπατσιαροχώρια από έλλειψη πόρων για τη λειτουργία των σχολείων. Οι χάρτες των σχολείων στις αρχές του 1900 αναφέρουν λειτουργία σχολείου στο χωριό με λιγότερους από 50 μαθητές. Σύμφωνα με την Έκθεση του Προξενείου Ελασσόνας το 1901-1902 στο χωριό λειτουργούσε Γραμματοδιδασκαλείο με 25 μαθητές και δίδασκε ένας γραμματοδιδάσκαλος (δίδασκε τις στοιχειώδεις γνώσεις ανάγνωσης, γραφής και αριθμητικής- βλ. Μπαμπινιώτη).  Έγγραφο του προξένου Ελασσόνας το 1903 αναφέρει επίδομα 3 λιρών για την κάλυψη των εκπαιδευτικών αναγκών του σχολείου (Αδάμου, 1994 από Γούση, 2005). Σε  βιβλία της εκκλησίας στην Αετιά, τα οποία χρησιμοποιούνταν τα παλιά χρόνια στην εκπαίδευση, υπάρχουν αρκετές χειρόγραφες σημειώσεις από τους δασκάλους, οι οποίες αναφέρουν ότι στην Αετιά στις 17 Μαΐου 1906 λειτουργούσε σχολείο (12 μαθητές) με δάσκαλο τον παπα- Ανδρέα Χρήστου από το Πρόσβαρο όπως  και στις 20 Ιουλίου 1908 με δάσκαλο τον Κωνσταντίνο Αναστασίου και το 1914 τον Γεώργιο Αναστασίου από το Πρόσβαρο που λειτούργησε όλο το χρόνο με 1 έως 7 μαθητές. Επειδή η Αετιά τότε ήταν ένα μικρό χωριό και είχε σχολείο φαίνεται ότι θα πρέπει και το Πρόσβαρο ως  πολύ μεγαλύτερο χωριό (350 κάτοικοι) να είχε σχολείο αλλά για κάποιο λόγο να μην έχει καταγραφεί. Κατά την Απογραφή το 1912-1913 δεν αναφέρεται λειτουργία σχολείου στο χωριό. Πριν την κατασκευή του σημερινού κτιρίου το Σχολείο ήταν στο πετρόκτιστο κτίριο της Κοινότητας στην Πλατεία. Για πολλά χρόνια λέγεται ότι τα παιδιά (οι μαθητές) κάθονταν σε ξύλινα κούτσουρα αφού δεν υπήρχαν θρανία και έγραφαν σε πλάκες με το λεγόμενο πλακοκόντυλο. Θρανία για πρώτη φορά χρησιμοποίηθηκαν με την κατασκευή του σημερινού κτιρίου 

Το σημερινό κτίριο του σχολείου κατασκευάστηκε το 1924 με πελεκητή πέτρα. Εντοιχισμένη πέτρα στην πρόσοψη ανάμεσα στα παράθυρα λέει

«Ιδρύθη Δαπάνη Αδελφότητος Δελνιωτών 15  Σεπτεμβρίου 1924» βλ. φωτογραφία

και συνεπώς θα πρέπει το σχολείο να λειτούργησε ως τις αρχές του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Την περίοδο του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και του Εμφυλίου το Σχολείο δεν λειτούργησε. Επαναλειτούργησε το 1950-51 με 45 μαθητές. Στην πενταετία 1954-1960 είχε περί τους 15-20 μαθητές και κάθε χρόνο στη τότε χωμάτινη πλατεία επί δασκάλου Λιτόπουλου Αγαθάγγελου γίνονταν γυμναστικές επιδείξεις (χρονιές στο Πολυνέρι) και γιορτή αποφοίτησης-απονομής Απολυτηρίων. Το χειμώνα για την θέρμανση του σχολείου κάθε μαθητής έφερνε από το σπίτι του ένα ξύλο. Το τελευταίο μαθητολόγιο ήταν τη σχολική χρονιά  1980-1981 με έναν μαθητή και το σχολείο καταργήθηκε (έκλεισε) το  1982 εξαιτίας του μικρού αριθμού μαθητών ως αντιοικονομική η λειτουργία του. Σήμερα στο σχολείο στεγάζεται το Μουσείο του Μορφωτικού Εκπολιτιστικού Συλλόγου των Απανταχού Προσβοριτών.

Το 1954 στο χωριό στο τσαγκάρικο του Α. Λόλα που ήταν Πρόεδρος υπήρχε ένα μεγάλο ραδιόφωνο που λειτουργούσε με γεννήτρια πετρελαίου και είχε μεγάφωνα για να ακούει όλο το χωριό. Το ραδιόφωνο ήταν δωρεά της ΟΥΝΡΑ. Τα τρανζίστορ ήρθαν στο χωριό γύρω στα μέσα της δεκαετίας του 1960.  ΡαδιόφωνοTesla  που λειτουργούσε με ρεύμα είχε φέρει και η Θεοδώρα Λόλα (γυναίκα του Χαράλαμπου Λόλα) όταν γύρισε από την τότε Τσεχοσλοβακία το Οκτώβριο του 1954. Αξίζει να αναφερθεί εδώ ότι αν και το ραδιόφωνο είχε καταγραφεί ως ηλεκτρικό και ήταν γνωστό ότι το χωριό δεν είχε ρεύμα (ήρθε το 1977) άρα το ραδιόφωνο δεν μπορούσε να χρησιμοποιηθεί η τότε Ραδιοφωνία επί τρία χρόνια ζητούσε χρήματα ως δικαιώματα χρήσης του ραδιοφώνου. Μήπως το ελληνικό κράτος- ή κάποιοι  - από παλιά δεν έχει οργάνωση και κοινή λογική  και έτσι ταλαιπωρείται ο πολίτης ?.

Δρόμος και αυτοκίνητο στο χωριό για πρώτη φορά ήρθε το 1970 (κατ άλλους το 1969 ?) από την Αλατόπετρα και όχι από τη Σκάλα όπως ήθελαν αρκετοί χωριανοί. Η ασφαλτόστρωση εγκρίθηκε το 2002 αλλά έγινε το 2005. Προσπάθεια και χρήματα ξοδεύτηκαν το 1964 (?) για να γίνει ο δρόμος από την Καληράχη-Κρασομλιά-Νικούλα-Βαθύλακκος- Πετρένιο γεφύρι-Καρυά-Χωριό. Τότε τα χρήματα (300.000) έφτασαν για διάνοιξη του δρόμου ως το Πετρένιο γεφύρι. Σήμερα το χωριό συνδέεται με δρόμο χαλικοστρωμένο με τη θέση Αγ. Αθανάσιος όπου συναντά τον ασφαλτοστρωμένο δρόμο Γρεβενά-Έλατος-Καληράχη-Δοτσικό με διακλαδώσεις για Καλλονή,  Μεσολούρι,  πριν το Δοτσικό ο νέος δρόμος για Επταχώρι-Κόνιτσα – Ιωάννινα και μετά το Δοτσικό για Σαμαρίνα.  Το χωριό συνδέεται με καλό χαλικοστρωμένο δρόμο μέσα από τη θέση Λόγγος και με το Μεσολούρι και τη θέση Κορούνα όπου περνάει ο άσφαλτος Γρεβενά- Μαυραναίοι-Αναβραυτά-Αετιά-Φιλιππαίοι-Σαμαρίνα  Στη θέση Σταυρός μετά τους Φιλιππαίους και 10 χιλ πριν τη Σαμαρίνα ασφαλτόδρομος οδηγεί στη Βασιλίτσα, έτσι το χωριό έχει και αυτή την πρόσβαση στο χιονοδρομικό της Βασιλίτσας. Η άλλη είναι από Αλατόπετρα –θέση Αγία Παρασκευή-Σμίξη-Βασιλίτσα. Δρόμοι χωμάτινοι για του κτηνοτρόφους και για ξύλλα υπάρχουν για το Ξλένιο γεφύρι- Κέδρο, για Ανήλιο-Γκορτσιές, για Πέτρες-Ράφτη Μνήμα-Χάντακα (νερό ύδρευσης) - Παρασπόρ και για τον Α¨-Λιά (Χωριό- Κνιά-Λειβάδια-Μπανόζ).

Το ηλεκτρικό ρεύμα ήρθε το 1976-77. Έως τότε ο φωτισμός στα σπίτια ήταν με δαδί στο φεγγίτη στο τζάκι ή με λάμπα πετρελαίου.

Πριν το 1970 οι μεταφορές γίνονταν με τα ζώα, μουλάρια, άλογα ή γαϊδούρια, ανάλογα με το τι είχε κάθε οικογένεια.  Κάθε Παρασκευή πολλοί χωριανοί κατέβαιναν στα Γρεβενά με τα ζώα, το Σάββατο που ήταν παζάρι στα Γρεβενά ψώνιζαν και με φορτωμένα τα ζώα γύριζαν στο χωριό σε 5-6 ώρες στη διαδρομή Γρεβενά-Έλατος –Καληράχη – Βαθύλακκος - Πετρένιο γεφύρι- Καρυά-Χωριό. Την Παρασκευή για τα Γρεβενά για συντόμευση και με τα ζώα χωρίς φόρτωμα πήγαιναν από το Ανήλιο, Λιάκου κάμπος  και όχι από την Καρυά και έβγαιναν στο πετρένιο το γεφύρι. Το αλεύρι  ή άλλα πράγματα σε μεγάλη ποσότητα τα έφερναν στη θέση Σκάλα με το φορτηγό που  έκανε τη διαδρομή Γρεβενά- Έλατος-Καληράχη- Νεδρούζι- Δοτσικό-Σαμαρίνα κάθε μέρα. Στο φορτηγό αυτό φορτώνονταν όλα τα πράγματα (καφάσια με φρούτα, ποτά, αλεύρι, κατσίκια, αρνιά, γουρουνάκια, κοτόπουλα) και οι άνθρωποι

Στο χωριό στην περίοδο 1955 -1975 υπήρχαν τρία καφενεία, τα  δύο στην Πλατεία με το ένα στην Κοινότητα  και το τρίτο πρώτα στο καφενείο που είχε ο Καραμήτσιος και μετά στου Γκουντί το αλώνει. Στα δύο Καφενεία, στο Κοινοτικό κατάστημα και στου Γκουντί το αλώνει λειτουργούσε και μπακάλικο. Τα μπακάλικα έκλεισαν στη δεκαετία του 1980. Σήμερα υπάρχει μόνο το καφενείο στην Πλατεία στο Κοινοτικό κατάστημα με ξενώνα 4 δωματίων.Περιστασιακά λειτούργησε και καφενείο στο ισόγειο του σπιτιού του  Βουβουσιώτη Γ.

Την περίοδο 1950-1965 το χωριό είχε ένα αγροφύλακα (ντραγάτ), δύο τσαγκάρικα (Α. Λόλας, Γ. Τασούλας), ένα σαμαρά (Ε. Κόττας), ένα ράφτη για μάλλινα ρούχα και ένα για κάπες-μαλιώτα, μία μοδίστρα (Μαρία Τζημαλού), ένα μαραγκό και 8-10 κτίστες-μάστορες οι οποίοι έχτιζαν σπίτια και αχυρώνες στο χωριό αλλά πήγαιναν και στην περιοχή Καβάλας και στη Θεσσαλία για δουλειές την άνοιξη έως το φθινόπωρο, ανάλογα με τη δουλειά. Μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 60 οι τσαγκάρηδες έφτιαχναν και παπούτσια τσαρούχια με φούντα για κάποιους χωριανούς.

Έως το 1970 στο χωριό του χειμερινούς μήνες, από 28 Οκρωβρίου υπήρχε Σταθμός Χωροφυλακής με  3 έως 5 χωροφύλακες. Ο Σταθμός Χωροφυλακής τους καλοκαιρινούς μήνες, 1 Μαίου,  μεταφέρονταν στο Δοτσικό. Υπάγονταν στην Υποδιοίκηση Χωροφυλακής Πολυνερίου και η μεταφορά γινόταν με μουλάρια και άλογα του χωριού. Σήμερα το χωριό υπάγεται ακόμα στην Υποδιοίκηση στο Πολυνέρι.

Η εξέλιξη του πληθυσμού για όσο είναι γνωστό:  το 1873-1874 ήταν 87 άνδρες ελληνόφωνοι, το 1903 (Απογραφή καζά Γρεβενών από Ελληνικό Προξενείο Ελασσόνας) 133 κάτοικοι, όλοι ελληνόφωνοι χριστιανοί, το 1912 -1913 ήταν 350 χριστιανοί, το 1920 ήταν 186, το 1928 ήταν 317, το 1940 ήταν 369 (Καραμανές 2011)  Το 1993 εγγεγραμμένοι στο Δημοτολόγιο ήταν 750 από τους οποίους οι 30 ήταν μόνιμοι κάτοικοι στο χωριό, οι 50 στα Γρεβενά, οι 520 στην υπόλοιπη Ελλάδα και οι 150 στο εξωτερικό. Η μέση ηλικία των κατοίκων το 1993 ήταν 65 χρόνια 

Μείωση στον πληθυσμό του χωριού καταγράφηκε στη διάρκεια του Εμφύλιου πολέμου όταν περί τις 30 οικογένειες (περί τα 120 άτομα) το 1948 -1949 με τη θέληση τους ή όχι πήγαν στις σοσιαλιστικές χώρες από τις οποίες μερικοί γύρισαν  το 1954 και μετά.  Οικονομική μετανάστευση το χωριό είχε στην Αμερική από το 1905 στην Αυστραλία στη δεκαετία του 50 και στη Γερμανία στη δεκαετία του 60. Στη διετία 1948-1949 το χωριό όπως και άλλα χωριά εκκενώθηκαν  αναγκαστικά από το Στρατό και οι κάτοικοι συγκεντρώθηκαν στα Γρεβενά (καταδιωκόμενοι). Γύρισαν πάλι στο χωριό μετά τη λήξη του Εμφύλιου. Είναι πιθανό μερικοί χωριανοί για λόγους που δεν είναι γνωστοί να έφυγαν και να εγκαταστάθηκαν στο χωριό Δοτσικό αφού εκεί υπήρχε μαχαλάς με το όνομα Δελινιώτες (Καραμανές 2011).

Κάτοικοι του χωριού πολέμησαν στη Μ. Ασία, τον Ελληνο-Ιταλικό πόλεμο και στον Εμφύλιο. Το χωριό είχε δύο θύματα στη Μ. Ασία, δεν είχε θύματα στον Ελληνο-Ιταλικό πόλεμο αλλά μόνο τραυματίες οι οποίοι στη συνέχεια θεωρήθηκαν  ανάπηροι πολέμου (με κάποια σύνταξη). Στον Εμφύλιο θύματα υπήρξαν μόνο στην πλευρά του Δ.Σ.Ε. Τα ονόματα των 8 θυμάτων αναφέρονται χωριστά

Στο χωριό υπάρχει στους πρόποδες του Αϊ-Λιά τωπονύμιο Λημέρι του Ζιάκα γιατί όπως θυμούνταν οι τότε χωριανοί σε αυτό το σημείο λημέριαζε ο γνωστός οπλαρχηγός (κλέφτης) Θ. Ζιάκας όταν ο δρόμος τον έφερνε να περνάει από το χωριό.

Το τοπωνύμιο ΖαμποΒασίλης κοντά στο Μπανόζ προς τα δεξιά στη ράχη ονομάστηκε για το φόνο που έκανε εκεί ο χωριανός Τσιάρας Τάσιος με παρατσούκλι ΖαμποΒασίλης επειδή ήταν κοντός. Λέγεται ότι ο ΖαμποΒασίλης  βόσκοντας εκεί το κοπάδι του βρήκε και κοπάδι από την Τσούργιακα και ζήτησε από τονΤσουργιακώτη βοσκό να φύγει γιατί εκεί το μέρος ήταν Δελνιώτικό. Ο Τσουργιακιώτης έλεγε και επέμεινε ότι είναι Τσουργιακιώτικο. Μαλώνοντας για τα σύνορα, στη Ράχη ο ένας στο Λόγγο ο άλλος,  ο ΖαμποΒασίλης σκότωσε τον Τσουργιακίωτη. Όντας έτσι υπόδικος αναγκάστηκε να βγεί κλέφτης για να μην συλληφθεί, ενώ απειλούσε και συγγενείς του σκωτομένου και ένας από αυτούς φοβούμενος έφυγε στην Αμερική. Ο Ζαμποβασίλης παντρεύτηκε δύο φορές, τη δεύτερη στο Κυπαρίσι όπου σκότωσε τον πεθερό του επειδή δεν του έδωσε προίκα αμπέλι που του είχε υποσχεθεί. Λίγο καιρό μετά το γεγονός αυτό συγγενείς του πεθερού σκότωσαν τον ΖαμποΒασίλη.

Έτος Πληθυσμός
1951 173
1961 181
1971 95
1981 169
1991 105
2001 187
2011 40
 Έχει σημασία να μεταφερθεί εδώ άρθρο από την εφημερίδα ΑΥΓΗ για περιστατικό στο χωριό το 1936.
«.......... με διαφορετική αφορμή, αλλά αιτία και πάλι τον βαθύτατα ταξικό αυταρχισμό της εκτελεστικής εξουσίας και τη βαναυσότητα των κατασταλτικών της οργάνων, είχε δοθεί στις 25 Μαρτίου του 1936, στο χωριό Πρόσβορο ή Δέλνο, στη Σαμαρίνα των Γρεβενών. Είναι ένα από αυτά τα περιστατικά, τα οποία, για διάφορους λόγους, δεν εξασφάλισαν κεντρική θέση στην ιστοριογραφία, ωστόσο από μια ειρωνεία της ιστορίας αποκτούν ξεχωριστή επικαιρότητα. (Η ΑΥΓΗ, 16/6/2011)
Στο Πρόσβορο ή Δέλνο, όμως, τα πράγματα εξελίχτηκαν αλλιώς: Όπως πληροφορούμαστε από τον Τύπο της εποχής (βλ. "Η Ακρόπολις", 26.3.1936, σ. 6, "Η Καθημερινή", 26.3.1936, σ. 6, "Ριζοσπάστης", 26.3.1936, σ. 4), ανήμερα της 25ης Μαρτίου εμφανίστηκαν οι "φορατζήδες", συνοδευόμενοι από αυτοκίνητα και δύναμη χωροφυλακής. Η απαίτηση για αθρόα εκτέλεση των φορολογικών ενταλμάτων σε ένα χωριό που έχει βουλιάξει στα χρέη επισύρει την αντίδραση των ανδρών, οι οποίοι συλλαμβάνονται αμέσως και, σε εφαρμογή της προσωποκράτησης, κλείνονται στον αστυνομικό σταθμό για να μεταφερθούν στα Γρεβενά.
Τότε αναλαμβάνουν δράση οι τριακόσιες γυναίκες του χωριού: Οπλισμένες με ρόπαλα, αξίνες και άλλα γεωργικά εργαλεία απαίτησαν να αφεθούν αμέσως ελεύθεροι οι συλληφθέντες σύζυγοι, γιοι, αδελφοί και γείτονές τους. Αφού συνεπλάκησαν με τους χωροφύλακες, κατέλαβαν τον αστυνομικό σταθμό και απελευθέρωσαν τους κρατούμενους.

Οι διωγμένοι χωροφύλακες επέστρεψαν αργότερα με ενισχύσεις από το γειτονικό Πολυνέρι και οι συγκρούσεις συνεχίστηκαν. Διενεργήθηκαν αρκετές συλλήψεις, αλλά το μεγαλύτερο μέρος των κατοίκων συγκεντρώθηκε και ανασυντάχθηκε στις παρακείμενες δασωμένες πλαγιές. Η συμπλοκή με τη χωροφυλακή διήρκεσε επί αρκετές μέρες, ώσπου να επέλθει καταλλαγή.

Είναι χαρακτηριστικό ότι ο "Ριζοσπάστης" της 27ης Μαρτίου 1936 αναφέρει το γεγονός στο κύριο άρθρο του ("Οι λαϊκοί αγώνες θα συνεχισθούν", σελ. 1) πλάι στις απεργιακές κινητοποιήσεις του "οργανωμένου κινήματος" (που έλεγε και μια ψυχή τις προάλλες) συγκαταλέγοντάς το στο "δυνατό λαϊκό κίνημα" που "φουντώνει σ' όλη τη χώρα". Μολονότι το "Παλλαϊκό Μέτωπο" (δηλ. το ΚΚΕ) δεν διέθετε εδραιωμένη επιρροή στη Σαμαρίνα και μολονότι επρόκειτο για πράξη ξεσηκωμού αυθόρμητη και απροετοίμαστη, η οποία δεν ελεγχόταν από το κόμμα.

Μάλιστα, στη στήλη πολιτικής γραμμής "Σφυριές" (σελ. 2), ο αρθρογράφος (που αναφέρει το χωριό, εκ παραδρομής, "Σέλινο Γρεβενών") αφιερώνει ένα υμνητικό δίστηλο αντιπαραβάλλοντας τον ξεσηκωμό στο Πρόσβορο ή Δέλνο με τους λαϊκούς αγώνες εναντίον των κοτζαμπάσηδων κατά την προεπαναστατική περίοδο!»

(*) Συμπληρώνεται - Διορθώνεται

Info Για περισσότερες φωτογραφίες πατήστε ΕΔΩ

Αλμπουμ Φωτογραφιων

fotogallery

Video Gallery

videogallery

Στατιστικα

  • Μέλη : 2
  • Σύνδεσμοι : 6

Η γνωμη σας

Θα θέλατε να επισκεφθείτε το χωριό μας;

Δημιουργία Δικτυακού Τόπου

©Copyright Λόλας Πέτρος 2011 | All rights reserved
Κατασκευή και φιλοξενία Ιστοσελίδας Itbiz